Π. Καππάτος στη Βουλή: Σαφείς κανόνες, έλεγχος και επενδύσεις για έναν αξιόπιστο σιδηρόδρομο
Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκα χθες Πέμπτη 15 Ιανουαρίου για το νέο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών που αφορά την τροποποίηση της Σύμβασης Υποχρεώσεων Δημόσιας Υπηρεσίας για τις επιβατικές σιδηροδρομικές μεταφορές. Πρόκειται για μια ουσιαστική και στοχευμένη ρύθμιση, που δεν μένει στη θεωρία, αλλά παρεμβαίνει εκεί όπου η εμπειρία εφαρμογής της σύμβασης ανέδειξε την ανάγκη βελτιώσεων.
Το νομοσχέδιο έρχεται να ενισχύσει τη λειτουργικότητα και τη βιωσιμότητα του σιδηροδρομικού έργου, με βασικό γνώμονα τον πολίτη. Θέτει σαφείς κανόνες, ξεκαθαρίζει υποχρεώσεις και δημιουργεί ένα σταθερό, πολυετές πλαίσιο, στο οποίο η ποιότητα των υπηρεσιών, η συνέπεια στα δρομολόγια και η λογοδοσία παύουν να είναι ευχολόγια και γίνονται μετρήσιμες απαιτήσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ουσιαστική συντήρηση του τροχαίου υλικού και στην ασφάλεια των μετακινήσεων. Για πρώτη φορά προβλέπονται ξεκάθαρες συνέπειες όταν οι υποχρεώσεις δεν τηρούνται, ενώ θεσπίζεται ρητά ότι η παρατεταμένη αδυναμία εκτέλεσης δρομολογίων με ευθύνη του Παρόχου μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε καταγγελία της σύμβασης. Παράλληλα, ενισχύεται το πλαίσιο ποινών και αποζημιώσεων, ώστε ο επιβάτης να μην είναι ο αδύναμος κρίκος, αλλά ο πραγματικός αποδέκτης της δημόσιας πολιτικής.
Το σχέδιο νόμου αξιοποιεί σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία και ακριβή δεδομένα, ώστε η εποπτεία να βασίζεται στην πραγματική εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου. Η αποζημίωση του Παρόχου συνδέεται με τα δρομολόγια που πράγματι εκτελούνται, γεγονός που ενισχύει τη διαφάνεια, περιορίζει τις ασάφειες και διασφαλίζει ότι τα χρήματα των φορολογουμένων αξιοποιούνται με υπευθυνότητα.
Παράλληλα, το επενδυτικό σκέλος της σύμβασης ενισχύεται ουσιαστικά.
Προβλέπονται νέες επενδύσεις, σύγχρονα ηλεκτροκίνητα τρένα και αναβάθμιση των υποδομών και των εγκαταστάσεων συντήρησης. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι επενδύσεις αυτές συνδέονται με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και αυστηρό μηχανισμό παρακολούθησης, ώστε να μην παραμένουν εξαγγελίες, αλλά να υλοποιούνται στην πράξη.
Σε ό,τι αφορά την οικονομική διάσταση, το κράτος λειτουργεί ως αυστηρός αλλά δίκαιος αντισυμβαλλόμενος. Η αποζημίωση παραμένει εντός σαφών ορίων και προσαρμόζεται με αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς να εγγυάται επιχειρηματικά αποτελέσματα. Ταυτόχρονα, προβλέπονται συγκεκριμένες και ελεγχόμενες διαδικασίες μόνο για περιπτώσεις που η αδυναμία εκτέλεσης δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του Παρόχου, ώστε να προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον και ο φορολογούμενος.
Με την τοποθέτηση μου στη Βουλή, υπογράμμισα ότι αυτή η ρύθμιση εκφράζει μια στάση ευθύνης και συνέπειας. Δεν αναιρεί όσα έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια, αλλά τα συμπληρώνει και τα θωρακίζει, προσαρμόζοντας την πολιτική στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Είναι ένα ακόμη βήμα για έναν σιδηρόδρομο πιο αξιόπιστο, πιο σύγχρονο και πιο ασφαλή, αντάξιο των προσδοκιών των πολιτών.
Στον σύνδεσμο που ακολουθεί μπορείτε να παρακολουθήσετε την τοποθέτησή μου:
https://www.youtube.com/watch?v=shDTs4gFZnc
Παναγής Καππάτος, Βουλευτής Κεφαλονιάς & Ιθάκης
********************
Π. Καππάτος: 10.000 νέες θέσεις εργασίας για γυναίκες – Ευκαιρίες και για μητέρες στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη
Ξεκίνησαν χθες Παρασκευή 16 Ιανουαρίου, οι αιτήσεις για το νέο πρόγραμμα επιχορήγησης επιχειρήσεων που δημιουργεί 10.000 θέσεις εργασίας για άνεργες γυναίκες, με ιδιαίτερη έμφαση στις μητέρες ανήλικων παιδιών.
Το πρόγραμμα, με συνολικό προϋπολογισμό άνω των 101 εκατομμυρίων ευρώ, χρηματοδοτείται από τη ΔΥΠΑ και στοχεύει στην ενίσχυση της γυναικείας απασχόλησης και τη διευκόλυνση της εναρμόνισης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.
Ιδιαίτερη προτεραιότητα δίνεται στις μητέρες με παιδιά έως 15 ετών, με δυνατότητα πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ώστε να παρέχεται η απαιτούμενη ευελιξία για όσες θέλουν ή χρειάζονται να εργαστούν χωρίς να διαταράσσεται η οικογενειακή τους ισορροπία.
Το πρόγραμμα προσφέρει:
- 5.000 θέσεις πλήρους απασχόλησης
- 5.000 θέσεις μερικής απασχόλησης
- Επιχορήγηση μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους έως 1.004 € μηνιαίως για μακροχρόνια άνεργες και μητέρες
Οι ενδιαφερόμενες γυναίκες και οι επιχειρήσεις μπορούν να υποβάλουν ηλεκτρονικά τις αιτήσεις τους μέσω της πλατφόρμας gov.gr:
Η Κεφαλονιά και η Ιθάκη μπορούν να επωφεληθούν σημαντικά από αυτό το πρόγραμμα.
Οι γυναίκες και οι μητέρες της περιοχής μας έχουν μια πραγματική ευκαιρία να ενταχθούν στην αγορά εργασίας με στήριξη και ευελιξία, ενώ παράλληλα ενισχύεται η τοπική μας οικονομία.
Παναγής Καππάτος, Βουλευτής Κεφαλονιάς & Ιθάκης
********************
Δρ. Γαβριήλ Μανωλάτος, Καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας και Ανάπτυξης: «Καποδίστριας – Όταν το κοινό μιλά, η κριτική σιωπά»
Η κινηματογραφική ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή προκάλεσε ένα φαινόμενο σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα. Ενώ δέχθηκε αντιφατικές κρίσεις από ειδικούς –άλλοτε επαινετικές, άλλοτε αυστηρά αρνητικές– αγκαλιάστηκε με ενθουσιασμό από το ευρύ κοινό, το οποίο κατέκλυσε τις αίθουσες με τρόπο που θύμισε λαϊκό προσκύνημα. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε να υποτιμηθεί. Αντιθέτως, αξίζει σοβαρής ερμηνείας.
Οι κριτικές διαφοροποιούνται σε τρία επίπεδα. Πρώτον, στο καθαρά κινηματογραφικό. Δεύτερον, στο ιστορικό. Και τρίτον, στο πολιτικό: την αποτίμηση της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, του αυταρχισμού που του αποδόθηκε, των συγκρούσεών του με τα τοπικά συμφέροντα και των αιτίων που οδήγησαν στη δολοφονία του.
Όλα αυτά είναι θεμιτά και αναμενόμενα σε μια ταινία που αγγίζει μια τόσο φορτισμένη ιστορική μορφή. Εκείνο όμως που υπερβαίνει κάθε επιμέρους κριτική είναι η λαϊκή αποδοχή. Το κοινό δεν προσήλθε απλώς για να δει μια ιστορική ταινία. Προσήλθε για να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Σαν χείμαρρος, και σαν τσουνάμι, η ανταπόκριση του κόσμου επισκίασε τις ενστάσεις των ειδικών και τις έθεσε στο περιθώριο, όχι από αδιαφορία, αλλά από ανάγκη.
Είναι σαν να ακούστηκε μια συλλογική φωνή που έλεγε: «Παραμερίστε. Τώρα μιλάω εγώ». Γιατί ο Καποδίστριας, όπως παρουσιάζεται –μόνος, ασυμβίβαστος, περικυκλωμένος από συμφέροντα, πολεμημένος επειδή επιχείρησε να συγκροτήσει κράτος– δεν είναι απλώς ένα ιστορικό πρόσωπο. Είναι ένα διαχρονικό σύμβολο. Και το σύμβολο αυτό το αναγνώρισε ο σημερινός Έλληνας πολίτης, που βιώνει τις συνέπειες της αλαζονείας, του παραγοντισμού και της θεσμικής αυθαιρεσίας των εκάστοτε κυβερνώντων.
Το κοινό δεν υπερασπίστηκε μια ταινία. Υπερασπίστηκε μια προσδοκία. Την προσδοκία ενός κράτους δικαίου, μιας πολιτείας που υπηρετεί τον λαό και όχι τον εαυτό της. Μέσα από την κινηματογραφική αφήγηση, ο θεατής είδε να προβάλλεται το διαχρονικό ελληνικό δράμα: η σύγκρουση ανάμεσα στο συλλογικό συμφέρον και την ιδιοτέλεια, ανάμεσα στη συγκρότηση και τη διάλυση, ανάμεσα στο όραμα και τη μικρότητα.
Σε αυτό το επίπεδο, οι αυστηρά κινηματογραφικές αδυναμίες –αν υπάρχουν– υποχωρούν μπροστά στη δύναμη του νοήματος. Ο Σμαραγδής δεν επιχείρησε απλώς να αναπαραστήσει τον Καποδίστρια. Επιχείρησε να τον εντάξει στη σημερινή ελληνική συνείδηση. Και εκεί ακριβώς εξηγείται η ένταση της ανταπόκρισης. Ο θεατής δεν είδε μόνο τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας. Είδε τον εαυτό του να συνεχίζει να ζει σε έναν τόπο που μοιάζει να επαναλαμβάνει τα ίδια αδιέξοδα.
Έναν τόπο ευλογημένο και τραγικό μαζί. Τον τόπο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, του Σωκράτη και του Αριστοφάνη, του Αισχύλου και του Σολωμού, του Καβάφη και του Παλαμά. Έναν τόπο που ποτίστηκε με μόχθο, αίμα και ελπίδα από γενιές ανθρώπων, αλλά συχνά παραδόθηκε στη φθορά από εκείνους που τον διαχειρίστηκαν.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το ουσιαστικό ερώτημα που θέτει η ταινία «Καποδίστριας»: όχι αν ήταν άρτια ως κινηματογραφικό έργο, αλλά γιατί σήμερα –δύο αιώνες μετά– η μορφή του εξακολουθεί να μας πονά και να μας αφορά. Και η απάντηση βρίσκεται όχι στις αίθουσες των κριτικών, αλλά στις γεμάτες αίθουσες των πολιτών. Εκεί όπου η ιστορία παύει να είναι παρελθόν και γίνεται παρόν.
Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η ταινία «Καποδίστριας» δεν μπορεί να κριθεί μόνο με τα εργαλεία της αισθητικής. Γιατί δεν λειτούργησε απλώς ως καλλιτεχνικό έργο, αλλά ως καθρέφτης συλλογικής μνήμης και ανεκπλήρωτης πολιτικής προσδοκίας. Όταν η τέχνη αφυπνίζει τέτοια αντανακλαστικά, τότε έχει ήδη υπερβεί τα όριά της. Και όταν ο λαός αναγνωρίζει μέσα σε ένα ιστορικό πρόσωπο τη δική του μοίρα, τότε η ιστορία παύει να είναι αφήγηση και γίνεται αίτημα. Ένα αίτημα που, όσο μένει αναπάντητο, θα επιστρέφει ξανά και ξανά.
Πηγή: poulatakefalonias.gr
